Οικονομικό ΝΑΤΟ για τα μονοπώλια - Σχεδιασμένο χτύπημα ενάντια στους λαούς*

O οξυμένος ανταγωνισμός που εκδηλώνεται ανάμεσα στις ισχυρές καπιταλιστικές δυνάμεις με αιχμή το ζήτημα της διαπραγμάτευσης για τη νέα αντιλαϊκή συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση έχει ασφαλώς και μεγαλύτερη εικόνα. Αυτήν την περίοδο, είναι αλήθεια πως για τα συμφέροντα των μονοπωλίων διακυβεύονται πολλά. Πιο συγκεκριμένα, η Διατλαντική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου και Επενδύσεων μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ (γνωστή και με τα αγγλικά αρχικά ΤΤΙΡ - Transatlantic Trade and Investment Partnership) αποτελεί βασικό κρίκο αυτών των ανταγωνισμών. Η εν λόγω επικείμενη συμφωνία έχει στόχο να αποτελέσει ένα τεράστιο οικονομικό σχέδιο ενιαίας ευρωατλαντικής αγοράς για τις καπιταλιστικές οικονομίες στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αυξάνοντας τα κέρδη των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων. Πρόκειται για συμφωνία με σοβαρές γεωπολιτικές προεκτάσεις, που επιδιώκει να ενισχύσει την κυρίαρχη θέση των μονοπωλίων τους, διευκολύνοντας την ακόμα μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίων. Τα όργανα της ΕΕ προπαγανδίζουν ότι η Διατλαντική Συμφωνία θα αυξήσει το ΑΕΠ της ΕΕ κατά περίπου 120 δισ. ευρώ (0,5% του ΑΕΠ) και τις εξαγωγές των κρατών - μελών της ΕΕ προς τις ΗΠΑ κατά 28%, δηλαδή κατά 187 δισ. ευρώ. Aνεξάρτητα από την ακρίβεια αυτών των προβλέψεων, το βέβαιο είναι ότι οι μόνοι ωφελημένοι από τη συμφωνία αυτή θα είναι τα μεγάλα μονοπώλια, τα οποία θα δυναμώσουν τις θέσεις τους στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά. Απ' όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας μέχρι σήμερα, στο πλαίσιο της ΤΤΙΡ θα συγκροτηθεί ένα «Σώμα Ρυθμιστικής Συνεργασίας», με διάφορες ομάδες εργασίας, το οποίο και μετά την υπογραφή και κύρωση της συνθήκης θα αναλάβει να προσαρμόζει τη συμφωνία στις τρέχουσες εξελίξεις ανά τομέα και κλάδο της οικονομίας, έπειτα από διαβούλευση με τους «ενδιαφερόμενους», δηλαδή τα μονοπώλια, στα οποία ανατίθεται να ρυθμίζουν τα πολιτικά και νομοθετικά μέτρα που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους, ανάλογα με τις εξελίξεις. Το βέβαιο είναι ότι οι συνέπειες της ΤΤΙΡ θα είναι δραματικές για την εργατική τάξη και τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα, αφού θα σημάνει την ένταση της εκμετάλλευσής τους, τη δραματική μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, το σάρωμα όποιων δικαιωμάτων τους έχουν απομείνει όρθια, χειροτερεύοντας δραστικά όλες τις πλευρές της ζωής τους.
Το περιεχόμενο της Διατλαντικής Συμφωνίας
Η ΤΤΙΡ δεν αφορά μόνο και κυρίως τα τελωνειακά και δασμολογικά εμπόδια ανάμεσα στις δύο αγορές, αφού τέλη και δασμοί ανάμεσα σε ΕΕ και ΗΠΑ ήδη βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ωστόσο, με την ΤΤΙΡ θα τείνουν προς τον εκμηδενισμό τους. Στοχεύει βασικά να άρει όλα τα εμπόδια που προκύπτουν από διαφορετικές «κανονιστικές ρυθμίσεις και πρότυπα» (π.χ. αποκλίσεις προδιαγραφών εμπορίου, αλληλοεπικαλύψεις μηχανισμών κι άλλα κοστοβόρα εμπόδια και περιορισμούς για το κεφάλαιο). Αυτά τα εμπόδια για το κεφάλαιο στο πλαίσιο της διεθνοποίησής του έρχεται να άρει η Διατλαντική Συμφωνία σε διάφορους τομείς της οικονομίας σε ΗΠΑ και ΕΕ, ώστε να επιτευχθεί η ακόμα μεγαλύτερη απελευθέρωση των δύο αγορών, να κατοχυρωθεί δηλαδή η μέγιστη δυνατή ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Κι οι δύο πλευρές εκτιμούν ότι με τη συμφωνία μπορεί να δοθεί ώθηση στις επενδύσεις συσσωρευμένων λιμναζόντων κεφαλαίων αυτών των χρόνων της συγχρονισμένης καπιταλιστικής κρίσης. Ο ΟΟΣΑ, είναι ενδεικτικό, προβλέπει πως αυτός ο «εκσυγχρονισμός του διατλαντικού εμπορίου» μπορεί να οδηγήσει στη μείωση κατά 15% του κόστους του παγκόσμιου εμπορίου.
Συζητήσεις για τη Διατλαντική Συμφωνία προηγήθηκαν άτυπα τα περασμένα χρόνια από τα επιτελεία των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, αλλά και διάφορα λόμπι που εκφράζουν μονοπώλια. Από το 1990 διαμορφώθηκε η Διατλαντική Διακήρυξη, που ανάμεσα στα άλλα, προέβλεπε τακτικές συνόδους για να επιλύονται ζητήματα διατλαντικού εμπορίου. Η ίδρυση του ΠΟΕ το 1995 δεν έλυσε τέτοιου είδους προβλήματα για το κεφάλαιο. Η κατάρρευση των συνομιλιών της Ντόχα για το παγκόσμιο εμπόριο το 2006 προκάλεσε τις δηλώσεις της γερμανικής κυβέρνησης που επανέφερε την προοπτική σύναψης Διατλαντικής Συμφωνίας.
Οι συζητήσεις αυτές εντάθηκαν μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης και τις ανακατατάξεις που αυτή έφερε στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία και στο συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες.
Οι διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Συμφωνία ξεκίνησαν επίσημα τον Ιούλη του 2013, μετά την ομόφωνη απόφαση της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ τον Ιούνη του ίδιου έτους να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για τη δημιουργία ελεύθερης ζώνης εμπορίου και επενδύσεων. Οι κυβερνήσεις των κρατών - μελών εξουσιοδότησαν τους διαπραγματευτές της ΕΕ να έχουν ένα προσχέδιο της συμφωνίας έως τα τέλη του 2015, επιζητώντας να αποφύγουν πιθανά εμπόδια που μπορεί να φέρουν οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές.
Η σημασία της ΤΤΙΡ και οι εξελισσόμενοι καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί
Η ΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην επίτευξη της Διατλαντικής Συμφωνίας, προσβλέποντας στην αμερικάνικη αγορά αλλά και σε επενδύσεις επιχειρήσεων των ΗΠΑ στην ΕΕ, σαν μία διέξοδο για την οικονομία της Ευρωζώνης και της ΕΕ, που βλέπει την καπιταλιστική ανάκαμψη να καθυστερεί.
Ανάμεσα στους βασικούς λόγους που ωθούν στη συμφωνία της ΤΤΙΡ είναι όμως και γεωπολιτικοί και συνδέονται άμεσα με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για τον έλεγχο των αγορών, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες της αστικής διαχείρισης από την αβέβαιη και ασταθή καπιταλιστική ανάκαμψη, τόσο στις ΗΠΑ όσο και κυρίως στην Ευρωζώνη και την ΕΕ.
Ωστόσο, και σε αυτό το ζήτημα υπάρχουν σοβαρές αντιπαραθέσεις και αντικρουόμενες ιεραρχήσεις στο εσωτερικό της ΕΕ, ιδιαίτερα ανάμεσα στις ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες της, σχετικά με το περιεχόμενο και την έκταση της ΤΤΙΡ. Για παράδειγμα η Βρετανία, η οποία δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ρυθμίσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, εμφανίζεται δυσαρεστημένη από την όλη συζήτηση και φαίνεται πως οι αξιώσεις της συνδέονται μεταξύ άλλων και με την εξαγγελία για δημοψήφισμα για την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, η καπιταλιστική οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης αν και όχι χωρίς προβλήματα. Αυτά τα προβλήματα οι ΗΠΑ ευελπιστούν να τα ξεπεράσουν και μέσα από την ΤΤΙΡ, που θα ανοίξει δρόμο στα αμερικάνικα μονοπώλια σε συγκεκριμένους κλάδους που είτε μειονεκτούν, είτε βρίσκουν ακόμα εμπόδια σε ευρωενωσιακό έδαφος, επιδιώκοντας να αποσπάσουν τα μέγιστα δυνατά οφέλη και διευκολύνσεις για λογαριασμό τους. Παράλληλα, τα επιτελεία τους εκτιμούν ότι οι ΗΠΑ βγάζουν διδάγματα από το ότι δεν κατάφεραν να επωφεληθούν γεωπολιτικά όσο υπολόγιζαν από τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις σε Ιράκ - Αφγανιστάν, Συρία και πλέον ισχυρίζονται ότι «αλλάζουν πλεύση», μιλώντας για την ανάπτυξη της «γεωοικονομίας» για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των αμερικανικών μονοπωλίων. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να αναχαιτίσουν τις κινήσεις της Κίνας με επίκεντρο την Ασία, όπως είναι οι διεργασίες για την τράπεζα των χωρών των BRICS, αλλά και η συγκρότηση της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων Υποδομών (Asian Infrastructure Investment Bank - AIIB), στην οποία πρωτοστατεί η Κίνα, καθώς και οι επιθετικές κινήσεις του Πεκίνου στη Λ. Αμερική και την Αφρική. ΕΕ και ΗΠΑ μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις ανησυχούν και μέσα από την ΤΤΙΡ επιχειρούν να θωρακίσουν την κερδοφορία τους εν μέσω ανέλιξης των υπολοίπων ανταγωνιστών τους. Χρειάζεται εδώ να σημειωθεί ότι διαπάλη κι ανταγωνισμοί για τις τελικές διατάξεις που θα προβλέπει η Διατλαντική Συμφωνία δεν εκδηλώνονται μόνο ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΕ, ή ανάμεσα σε κράτη - μέλη της ΕΕ, αλλά και στο εσωτερικό των αστικών τάξεων τόσο των ΗΠΑ, της Γερμανίας και άλλων κρατών - μελών.
Η ΤΤΙΡ στην ουσία της αποτελεί την ευρωατλαντική απάντηση στην άνοδο ισχυρών καπιταλιστικών οικονομιών όπως η Κίνα και η Ινδία στην Ασία, αλλά και συνολικά οι χώρες των BRICS. Η Κίνα ζυγίζοντας τις εξελίξεις και τις κινήσεις των ανταγωνιστών της επιδιώκει να μη μείνει εκτός νυμφώνος στη διαμορφούμενη νέα κατάσταση. Ετσι, μετά από την αρχική άρνησή του, το Πεκίνο αποδέχτηκε να συμμετάσχει στην πολυμερή συμφωνία για τον κλάδο των υπηρεσιών (TISA), ενώ εδώ και μήνες έχει ξεκινήσει συνομιλίες και με την ΕΕ για αντίστοιχη της ΤΤΙΡ συμφωνία Κίνας - ΕΕ. Ο επερχόμενος έκτος γύρος των συνομιλιών αυτών μάλιστα θα πραγματοποιηθεί αυτόν το μήνα.
Σε πιο δύσκολη θέση φαίνεται πως βρίσκεται η Ρωσία, καθώς αυτήν την περίοδο που «κουμπώνουν» τέτοιες διεθνείς συμφωνίες αυτή βρίσκεται «στον πάγο» των κυρώσεων, των πιέσεων για το Ουκρανικό, τόσο από την ΕΕ όσο κι από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Με δεδομένη και την ύφεση στην οικονομία της, η Ρωσία επιχειρεί να αντιπαρέλθει αυτές τις δυσκολίες με τη θωράκιση της επιρροής της στις χώρες της γειτονιάς της, αλλά και με ενισχυμένη παρουσία της στη Λατινική Αμερική.
*Κείμενο της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις