Ο Λένιν για τον πόλεμο και την στάση των κομμουνιστών (3)
Η ΠΕΙΡΑ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν άρχιζε να γίνεται πιο ορατό το ενδεχόμενο ενός νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου, οι εκτιμήσεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα αναδείκνυαν τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα, που στόχευε αφενός στο ξεκαθάρισμα των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και αφετέρου στην επίθεση ενάντια στην ΕΣΣΔ, το μοναδικό σοσιαλιστικό κράτος στον κόσμο: «Η ιμπεριαλιστική πολιτική της αστικής δικτατορίας, οξύνοντας τις αντιθέσεις του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, δημιουργώντας παντού τις εστίες καινούργιων συγκρούσεων, οδηγεί σε καινούργιους αναπόφευκτους και τερατώδεις ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Μακριά από το να εξαλείψει τις αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλιστών, η ιμπεριαλιστική πολιτική της αστικής δικτατορίας σημαίνει ακόμα την εντατική προπαρασκευή μιας ένοπλης επέμβασης ενάντια στην ΕΣΣΔ, ενός πολέμου καθαρά ιμπεριαλιστικού και αντεπαναστατικού για την υποδούλωση των λαών της Σοβιετικής Ενωσης και την παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Η ανάπτυξη της ταξικής πάλης υπό τις συνθήκες μιας συνεχούς επέκτασης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης θέτει τις πλατειές εργαζόμενες μάζες μπροστά στο αποφασιστικό δίλημμα, δικτατορία της μπουρζουαζίας ή δικτατορία του προλεταριάτου, πολιτική και οικονομική σκλαβιά ή κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αποικιακή εκμετάλλευση και ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι ή ειρήνη και αδελφικές σχέσεις μεταξύ των λαών, καπιταλιστική αναρχία και κρίσεις ή σοσιαλιστική οικονομία πού τις καταργεί»32.
Στη συζήτηση για τη στάση των κομμουνιστών μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο έμπαινε για το επαναστατικό κίνημα κάθε χώρας το καθήκον του συνδυασμού της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ από την ιμπεριαλιστική επίθεση με τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ το 1932 αναφέρεται: «Η θέση των Κομμουνιστών είναι ξεκαθαρισμένη: Εχουν αναγράψει στην πρώτη σελίδα του προγράμματός τους την πάλη κατά του πολέμου και την υπεράσπιση της Σοσιαλιστικής Πατρίδας των εργαζομένων. Κάτω απ’ αυτά τα κεντρικά συνθήματα δουλεύουν μέσα στις μάζες και τις οργανώνουν προκαταβολικά έχοντας καλά στο νου τους και προπαγανδίζοντας την ανάγκη της πάλης όχι απλώς για την αντίσταση ενάντια στο μακελειό όταν πια θα έχει ξεσπάσει αλλά για τη δημιουργία τέτοιου κινήματος που θα τείνει να τον προλάβει με την Προλεταριακή Επανάσταση.
Ενα τέτοιο κίνημα που είναι δυνατό να παρεμποδίσει τη μπουρζουαζία τόσο στην προπαρασκευή όσο και στη διεξαγωγή του πολέμου, είναι χωρίς άλλο η αποφασιστική προϋπόθεση για τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πόλεμο για το γκρέμισμα του καπιταλισμού»33.
Το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δεν μπόρεσε να παραμείνει σταθερό στην παραπάνω γραμμή, δεν την εξειδίκευσε κατά την έναρξη και εξέλιξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Δεν ακολουθήθηκε σταθερή γραμμή εναντίωσης σε κάθε μορφή αστικών κυβερνήσεων, όπως είχε αναδείξει ο Λένιν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τις διαφορετικές φάσεις προετοιμασίας του πολέμου, διαμόρφωσης των συμμαχιών μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών (π.χ. Σύμφωνο του Μονάχου 1938) και της στάσης των καπιταλιστικών κρατών απέναντι στην ΕΣΣΔ (π.χ. γαλλοσοβιετικό Σύμφωνο το 1935, Σύμφωνο Μόλοτοφ-Ρίμπεντροφ το 1939 κλπ.).
Το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1935) έθεσε ως κεντρικό καθήκον όλων των ΚΚ την πάλη ενάντια στο φασισμό ως προϋπόθεση για την πάλη ενάντια στην απειλή νέου παγκόσμιου πολέμου, για την ειρήνη και την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ. Εκτίμησε ότι «ο γερμανικός φασισμός παίζει το ρόλο της δύναμης κρούσης της διεθνούς αντεπανάστασης, του κύριου αιτίου του ιμπεριαλιστικού πολέμου, του υποκινητή της σταυροφορίας ενάντια στην Σοβιετική Ενωση». Κάλεσε όλα τα ΚΚ να δυναμώσουν τις προσπάθειές τους για την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης με τη δημιουργία ενός Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, με σκοπό την ενότητα δράσης όλων των αντιφασιστικών δημοκρατικών δυνάμεων σε ένα πλατύ Λαϊκό Μέτωπο. Τάχθηκε υπέρ της «πολιτικής ενότητας» της εργατικής τάξης και έδωσε την κατεύθυνση σε κάθε χώρα να συγκροτηθεί «ένα ενιαίο» κόμμα του προλεταριάτου με τη συνένωση σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και μεμονωμένων οργανώσεων με τα ΚΚ.
Η γραμμή αυτή ουσιαστικά διατηρήθηκε σε όλη την προπολεμική περίοδο. Ωστόσο στο διάστημα 1939-1940 και κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου του πολέμου η Κομμουνιστική Διεθνής διαμόρφωσε γραμμή που ουσιαστικά χαρακτήριζε τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και από τις δύο πλευρές (Αγγλογάλλοι και Αξονας) και καλούσε στην πάλη για την ανατροπή των κυβερνήσεων που διεύθυναν τον πόλεμο. Σημείωνε χαρακτηριστικά η ΕΕ της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις πρώτες θέσεις της για το χαρακτήρα του πολέμου: «Ο πόλεμος άλλαξε κατά τρόπο ριζικό την κατάσταση: η διάκριση των καπιταλιστικών κρατών σε φασιστικά και δημοκρατικά έχει πλέον απολέσει την προηγούμενη σημασία της. Κατόπιν αυτού είναι αναγκαία η αλλαγή τακτικής. Η τακτική των κομμουνιστών κατά το παρόν στάδιο του πολέμου σε όλες τις εμπόλεμες χώρες συνίσταται στο να πάρουν θέση κατά του πολέμου, να αποκαλύψουν τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα, να ψηφίσουν εκεί που υπάρχουν κομμουνιστές βουλευτές κατά των πολεμικών δαπανών, να πουν στις μάζες ότι ο πόλεμος δεν θα προσφέρει τίποτε, εκτός από βάσανα και καταστροφές»34. Η γραμμή αυτή έγινε αποδεκτή με μούδιασμα και σύγχυση από μια σειρά σημαντικά ΚΚ (Βρετανίας, Βελγίου, ΗΠΑ, Καναδά, Γαλλίας κλπ.), τα οποία όλο το προηγούμενο διάστημα είχαν προσαρμοστεί πλήρως σε μια πολιτική γραμμή άμυνας ενάντια στην ενδεχόμενη φασιστική επίθεση, ενοχοποιώντας γι’ αυτήν ένα τμήμα της αστικής τάξης, ένα κράτος, τη Γερμανία και την περί αυτής συμμαχία, τον Αξονα.35
Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η οδηγία της Κομμουνιστικής Διεθνούς με ημερομηνία 8 και 9 Σεπτέμβρη του 1939 καλούσε τους κομμουνιστές βουλευτές να μην επικυρώσουν τις στρατιωτικές πιστώσεις, οι Γάλλοι κομμουνιστές βουλευτές τις είχαν ήδη ψηφίσει στις 3 Σεπτέμβρη και μάλιστα ομόφωνα. Η πολιτική που χαρακτήριζε και τις δύο συμμαχίες (Αγγλογάλλους και Αξονα) ως ιμπεριαλιστικές, αν και στα λόγια έγινε αποδεκτή, στην πράξη δεν προχώρησε. Μάλιστα σε ορισμένα ΚΚ, όπως το Βρετανικό, προκάλεσε μεγάλη σύγκρουση στο εσωτερικό της ηγεσίας τους. Για μια ορισμένη περίοδο οι οδηγίες που δίνονταν στα κόμματα που οι χώρες τους βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή ήταν η επιδίωξη και εξασφάλιση αυτόνομης πολιτικής δράσης και όχι συνεργασία με τις αστικές αντικατοχικές δυνάμεις.
Μετά τη ναζιστική επίθεση στην ΕΣΣΔ, στη βάση της συμμαχίας της ΕΣΣΔ με τα καπιταλιστικά κράτη (ΗΠΑ και Μ. Βρετανία) ενάντια στον Αξονα, υποχώρησε ολοκληρωτικά η γραμμή αντιμετώπισης του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού από τη μεριά των καπιταλιστικών κρατών, ανεξάρτητα αν ήταν επιτιθέμενα ή αποδέκτες της επίθεσης. Εκτιμήθηκε ότι άλλαξε ο χαρακτήρας του πολέμου, έγινε αντιφασιστικός και κυριάρχησε η γραμμή συμμαχίας των ΚΚ με αστικές αντικατοχικές δυνάμεις σε εθνικοαπελευθερωτικά, αντιφασιστικά μέτωπα.
Οπως γίνεται κατανοητό, οι παραπάνω αποφάσεις εμπεριείχαν ταλαντεύσεις, αντιφάσεις και δημιουργούσαν συγχύσεις. Δεν ξεκαθάριζαν με τρόπο κατηγορηματικό την πάλη της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων για έξοδο από τον πόλεμο με την πάλη για την εργατική εξουσία, αδυνατούσαν να συνδυάσουν το καθήκον της πάλης για την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ απέναντι στη φασιστική-ιμπεριαλιστική επίθεση με την προοπτική της ανατροπής της αστικής εξουσίας στα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη.
Οι κομμουνιστές στις περισσότερες περιπτώσεις πρωτοστάτησαν στην αντικατοχική πάλη, συσπειρώνοντας γύρω τους ευρύτερες εργατικές και λαϊκές μάζες, χωρίς να μπορέσουν όμως να αξιοποιήσουν τις συνθήκες επαναστατικής κατάστασης που στη συνέχεια διαμορφώθηκαν σε ορισμένα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης με ένοπλα κινήματα αντίστασης ή εναντίωσης στις επιτιθέμενες κυβερνήσεις τους και να οδηγήσουν την πάλη στην κατεύθυνση ανατροπής της αστικής εξουσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προβλημάτων στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος επικράτησαν συγχύσεις και στο επαναστατικό κίνημα στην Ελλάδα (ως αναπόσπαστο τμήμα του), π.χ. για το ρόλο της Αγγλίας και των αστικών δυνάμεων που αντιτίθονταν στη γερμανική κατοχή. Αυτή η πολιτική γραμμή οδήγησε στην ένταξη του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο των Συμμαχικών δυνάμεων της Μ. Ανατολής (1943), στις απαράδεκτες συμφωνίες της Καζέρτας και του Λιβάνου (1944) και αργότερα της Βάρκιζας (1945) με τις γνωστές συνέπειες.
Οι παραπάνω επιλογές αναιρούσαν στην πράξη την ίδια την επαναστατική προοπτική, την οποία, αν και ποτέ δεν απεμπόλησε το ΚΚΕ, δεν την αντιμετώπισε με συνέπεια ως άμεσο πολιτικό καθήκον. Αποτέλεσμα αυτής της λαθεμένης στρατηγικής ήταν ότι ακόμη και στην επαναστατική κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα τον Οκτώβρη του 1944 και στην όξυνση της ταξικής πάλης με σύγκρουση το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου, το ένοπλο κίνημα δεν είχε ξεκάθαρο προσανατολισμό πάλης για την εργατική εξουσία. Ακόμη και τότε κυριαρχούσαν συγχύσεις για το ρόλο ορισμένων αστικών πολιτικών δυνάμεων της εποχής και η θέση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας, για «ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις».
Το ΚΚΕ στην απόφασή του στο 18ο Συνέδριο (2009) εκτιμά για τη στάση των Κομμουνιστικών κομμάτων στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο:
«Στην καπιταλιστική Δύση τα KK δε διαμόρφωσαν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. H στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό - απελευθερωτικό χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.
H έλλειψη τέτοιας στρατηγικής σε KK δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης, λόγω της στρατιωτικής παρουσίας των αμερικανικών και βρετανικών στρατευμάτων σε μια σειρά χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Τα KK οφείλουν να διαμορφώνουν τη στρατηγική τους ανεξάρτητα από το συσχετισμό δύναμης. Σημειώθηκε σταδιακή υποχώρηση από τη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία.
H θέση αυτή ισχύει ανεξάρτητα από το συσχετισμό δυνάμεων, ανεξάρτητα από το πρόβλημα που μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτάχυνση των εξελίξεων, π.χ. όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αλλαγές στη μορφή της αστικής εξουσίας που μπορεί να προκληθούν»36.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Στις συνθήκες ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου η πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης, το κόμμα της, έχει καθήκον να αναδείξει την ανάγκη της ταξικής ενότητας των εργατών, της συμμαχίας με λαϊκές δυνάμεις, τη διεθνιστική διάσταση της εργατικής τάξης και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτή. Η στάση απέναντι στον πόλεμο είναι στάση απέναντι στην ταξική πάλη και τη σοσιαλιστική επανάσταση, πάλη για τη μετατροπή αυτού του πολέμου σε ένοπλη ταξική πάλη, το «μοναδικό απελευθερωτικό πόλεμο», όπως τον χαρακτήριζε ο Λένιν. Είναι πολύτιμη η επεξεργασία του Λένιν που, αναπτύσσοντας τη θεωρία του αδύνατου κρίκου, δηλαδή διαβλέποντας τη δυνατότητα να προηγηθεί η μεγάλη όξυνση των αντιθέσεων, η διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης σε κάποια χώρα ή ομάδα χωρών, θεμελίωσε επιστημονικά τη δυνατότητα επικράτησης της επανάστασης αρχικά σε μια ή σε μερικές χώρες. Συνεπώς σε ένα τέτοιο πόλεμο η συνεννόηση, τα κοινά συνθήματα και η κοινή δράση με το επαναστατικό κίνημα άλλων χωρών αποτελούν σημαντική προϋπόθεση για την προοπτική εκδήλωσης και νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης σε περισσότερες χώρες, της δυνατότητας μιας άλλου τύπου συνεργασίας ή ένωσης κρατών, στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού σχεδιασμού με προλεταριακό διεθνισμό.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα αξιοποιεί όλους τους τρόπους δουλειάς, νόμιμους και παράνομους, πρωτοστατεί ώστε η εργατική τάξη να συγκροτήσει δικό της κέντρο οργάνωσης του αγώνα με σκοπό την έξοδο από τον πόλεμο, με κατάκτηση της δικής της εξουσίας. Οργανώνει την εργατική τάξη μέσα στους εργασιακούς χώρους και τις παραγωγικές μονάδες ενάντια στους καπιταλιστές, τα κόμματα και τις κυβερνήσεις τους, τους πολέμους της και τις συμφωνίες «ειρήνης» τους. Στο εργατικό μέτωπο πάλης για την έξοδο από τον πόλεμο επιδιώκεται να εκφραστεί και η συμμαχία της εργατικής τάξης με τα λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Το Κόμμα επαγρυπνεί ώστε το εργατικό μέτωπο να αποτελέσει όχι μόνο πόλο συσπείρωσης των εργατικών μαζών, αλλά και στήριγμα και ελπίδα των λαϊκών στρωμάτων, ήδη από τις πρώτες μέρες του πολέμου να επηρεάσει τη στάση των στρατευμένων από τις λαϊκές οικογένειες.
Η πείρα των δύο παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών πολέμων, αλλά και η πιο σύγχρονη πείρα, αναδεικνύει ότι με το ξεκίνημα των εχθροπραξιών και στο πρώτο διάστημα του πολέμου η αστική τάξη με τα συνθήματα και την προπαγάνδα της επιδιώκει να επηρεάσει και να πάρει με το μέρος της μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και λαϊκών στρωμάτων, να δημιουργήσει «εθνική ανάταση». Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη στάση αποδοχής των ιμπεριαλιστικών πολέμων και της κατοχής ξένων χωρών, στο όνομα της υπεράσπισης της «δημοκρατίας», των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και του εκσυγχρονισμού, της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας», δηλαδή της αποδοχής αντιδραστικών προσχημάτων από λαϊκά στρώματα σε κράτη που βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας (π.χ. ΗΠΑ).
Είναι σίγουρο ότι θα εκδηλωθεί δυσκολία να υιοθετηθεί από την αρχή η επαναστατική γραμμή. Ακόμα και στο κόμμα των μπολσεβίκων εκφράστηκαν ταλαντεύσεις μετά την επανάσταση του Φλεβάρη σχετικά με το χαρακτήρα του συνεχιζόμενου πολέμου από την πλευρά της αστικής Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Δε γινόταν κατανοητό ότι η πάλη της αστικής τάξης για την ανατροπή του τσάρου δεν εξασφάλιζε τη θέληση και τη συνέπεια για έξοδο από τον πόλεμο ώστε να τερματιστεί ο θάνατος, η πείνα και η απόλυτη εξαθλίωση για τις λαϊκές μάζες. Αυτές οι ταλαντεύσεις εκφράστηκαν με τη δυσκολία απρόσκοπτης αποδοχής της επαναστατικής γραμμής του Λένιν. Είναι χαρακτηριστικό ότι γενικά σωστές αποφάσεις που είχε πάρει η Β΄ Διεθνής για το χαρακτήρα του πολέμου και τη στάση απέναντί του αναιρέθηκαν στη συνέχεια από τη στάση πολλών κομμάτων που συνθηκολόγησαν με την αστική πολιτική και οδήγησαν στη χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς. Αντικειμενικά όμως ο πόλεμος κλονίζει την αστική εξουσία, ενώ οι συνθήκες που φέρνει στη ζωή της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων επιδρούν στις διαθέσεις τους, δημιουργούν τις προϋποθέσεις ραγδαία να φθαρεί, να απαξιωθεί και να αμφισβητηθεί στη συνείδησή τους η πολιτική των αστικών κομμάτων, των κάλπικων συνθημάτων και ιδεολογημάτων τους, οι θεσμοί της αστικής εξουσίας.
Σε αυτές τις συνθήκες η ιδεολογική-πολιτική δράση των κομμουνιστών, η παρέμβασή τους στις μάζες στοχεύει στην επαναστατικοποίησή τους. Οπως έχει αποδείξει η ιστορική πείρα, ιμπεριαλιστικός πόλεμος σημαίνει διάσπαση στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού, που διευκολύνει την αποσταθεροποίηση της αστικής εξουσίας, διασαλεύει τους αστικούς θεσμούς και τη δυνατότητά τους να χειραγωγούν και να καταστέλλουν, ενώ απελευθερώνονται οι αγωνιστικές διαθέσεις των μαζών. Την κατάσταση αυτή οι επαναστατικές δυνάμεις πρέπει σωστά να εκτιμήσουν και να αξιοποιήσουν, καθοδηγώντας την εργατική τάξη και τις λαϊκές δυνάμεις στο δρόμο που αποτελεί τη μοναδική διέξοδο στις δικές τους ανάγκες, στα δικά τους συμφέροντα άμεσα και προοπτικά, το δρόμο της κορύφωσης της ταξικής πάλης, της τελικής σύγκρουσης για την κατάκτηση της εξουσίας. Το επαναστατικό κίνημα πρέπει ευθύς εξαρχής να έχει μέτωπο στον ανοιχτό ή συγκαλυμμένο οπορτουνισμό.
Από την πρώτη στιγμή, πριν ακόμη την επίσημη έναρξη εχθροπραξιών, οι επαναστατικές δυνάμεις πρέπει να βρεθούν σε ετοιμότητα, έγκαιρα να ενημερώσουν το λαό και να τον καλέσουν σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση. Να αποκαλύψουν πλατιά τις συνέπειες για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα από τη συμμετοχή στον πόλεμο, τον πόλεμο ως στοιχείο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Να θέσουν το ζήτημα της αποχώρησης της Ελλάδας από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες (π.χ. ΝΑΤΟ κλπ). Να αναδείξουν το χαρακτήρα του πολέμου ως σφαγής των λαών για το μοίρασμα των αγορών, για τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Να φανεί ότι οι ίδιοι που κλέβουν τον ιδρώτα της εργατικής τάξης σε συνθήκες «ειρήνης», τη στέλνουν στο πόλεμο να σκοτωθεί για τα συμφέροντά τους. Να απορρίψουν και να καταγγείλουν κάθε προσπάθεια να «νομιμοποιηθούν» μέσα από κοινοβουλευτικές διαδικασίες οι επιλογές της αστικής τάξης (π.χ. έγκριση πολεμικών πιστώσεων κλπ). Χρειάζεται μέτωπο στις αλυτρωτικές και εθνικιστικές κορώνες, να απομονωθούν, φασιστικές και μη, εθνικιστικές επιρροές που άμεσα ή όχι δουλεύουν στην κατεύθυνση διαμόρφωσης «φιλοπόλεμου ρεύματος».
Κανένας αγώνας δεν μπορεί να διεξαχθεί σοβαρά χωρίς να εξασφαλιστούν στοιχειώδεις συνθήκες της λαϊκής επιβίωσης. Το επιβεβαιώνει η μακρόχρονη πείρα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Είναι μεγάλη η ποικιλία των μορφών, μέσω των οποίων εξασφαλίστηκε σε ένα πρώτο επίπεδο η επιβίωση, η σίτιση, η υγειονομική περίθαλψη, η συνέχιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Βάση ήταν ο λαϊκός έλεγχος στην παραγωγή (εργοστάσια, αγροτική παραγωγή), στη συγκέντρωση των προϊόντων, ιδιαίτερα λαϊκής κατανάλωσης (τρόφιμα, φάρμακα κλπ.), στις υποδομές. Οι επιτροπές του εργατικού λαϊκού μετώπου στους χώρους δουλειάς και κατοικίας, στις πόλεις και την ύπαιθρο, υπερασπίστηκαν, παράλληλα με τη λαϊκή άμυνα, τη στοιχειώδη λειτουργία κοινωνικών υπηρεσιών. Το Κόμμα μας και το κίνημα στην Ελλάδα έχει τέτοια ιστορική παρακαταθήκη από τη δράση του στις περιοχές της Ελλάδας που απελευθέρωνε ο ΕΛΑΣ-ΕΑΜ από την Κατοχή και κατά τη διάρκεια του αγώνα του ΔΣΕ. Αξιοποιώντας αυτή την πείρα το Κόμμα μας έχει εκτιμήσει στην Απόφαση του 18ου Συνεδρίου ότι οι θεσμοί που θα εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της επαναστατικής πάλης θα αποτελέσουν τα έμβρυα της πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.
Το κύριο είναι η σταθερότητα στο στρατηγικό στόχο, η ικανότητα στην οργάνωση και διεξαγωγή της πάλης σε κάθε φάση, η ευελιξία και η αντοχή στα ζιγκ-ζαγκ της πορείας της ταξικής πάλης, η ικανότητα κατάλληλου συνδυασμού όλων των μορφών πάλης, όλων των μέσων, ανάλογα με την εξέλιξη του συσχετισμού δυνάμεων, εσωτερικά, περιφερειακά, διεθνώς.
Κείμενο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
32. ΚΟΜΕΠ τ. 1/1931, «Απόφαση της ΧΙ Ολομέλειας της Κομμουνιστικής Διεθνούς».
33. ΚΟΜΕΠ τ. 4/1932, «Πόλεμος και κομμουνιστές».
34. Ρωσικά Κρατικά Αρχεία, απ. 495, κ. 18, θ. 1292, φλ. 47-48.
35. Ν. Λέμπεντεβα - Μ. Ναρίνσκι: «Η Κομμουνιστική Διεθνής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», εκδ. «Ελληνικά Γράμματα».
36. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ «Για το σοσιαλισμό», Φλεβάρης 2009.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου