Ο Λένιν για τον πόλεμο και την στάση των κομμουνιστών (2)
ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Η πρώτη απόπειρα να δοθεί διέξοδος προς το συμφέρον της εργατικής τάξης σε έναν πόλεμο ανάμεσα σε αντιμαχόμενες αστικές τάξεις υπήρξε η Παρισινή Κομμούνα στις συνθήκες του Γαλλοπρωσικού πολέμου. Ο Μαρξ κριτίκαρε τις πατριωτικές αυταπάτες των Γάλλων εργατών που εκφράστηκαν με το σύνθημα της «υπεράσπισης της πατρίδας» και δεν τους επέτρεψαν να καταλάβουν τη διαφορά ανάμεσα στον πόλεμο του 1870-1871 και στον πόλεμο για την υπεράσπιση της αστικής επανάστασης απέναντι στη στρατιωτική επέμβαση των ενωμένων αντιδραστικών και απολυταρχικών δυνάμεων της Ευρώπης στη Γαλλική Επανάσταση του 1789.
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα ο Λένιν ανέδειξε ότι σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο, σε έναν πόλεμο που διοικεί η αστική τάξη, η εργατική τάξη, σε οποιαδήποτε χώρα κι αν βρίσκεται, δεν έχει κανένα όφελος, δεν μπορεί να προσδοκά τίποτα από τη νίκη της μιας ή της άλλης πλευράς και δεν έχει κανένα λόγο να «διαλέξει» ιμπεριαλιστή:«Το πρόβλημα “ποιας πλευράς πρέπει να εύχεται κανείς πιο πολύ την επιτυχία” ισοδυναμεί με το πρόβλημα, “ποιας αστικής τάξης πρέπει να εύχεται κανείς πιο πολύ την επιτυχία”. […] Ο Μαρξ έλυσε το γνωστό πρόβλημα τότε (σ.σ. το 1859) που υπήρχαν -και όχι μόνο υπήρχαν, μα και βρίσκονταν στο προσκήνιο του ιστορικού προτσές στα σπουδαιότερα κράτη της Ευρώπης- αναμφισβήτητα προοδευτικά αστικά κινήματα. Στις μέρες μας θα ήταν γελοίο και να σκεφτεί κανείς για προοδευτική αστική τάξη και για προοδευτικό αστικό κίνημα […] Η παλιά αστική “δημοκρατία” αυτών των κεντρικών και σπουδαιότατων μεγάλων κρατών έγινε αντιδραστική»15.
Η τοποθέτηση των κομμουνιστών απέναντι σε κάθε πόλεμο γίνεται προσδιορίζοντας το χαρακτήρα, το σκοπό του:«Εμείς, οι μαρξιστές, δεν συγκαταλεγόμαστε στους απόλυτους αντιπάλους κάθε πολέμου. Εμείς λέμε: σκοπός μας είναι να πετύχουμε το σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα που, εξαλείφοντας τη διαίρεση της ανθρωπότητας σε τάξεις, εξαλείφοντας κάθε εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και έθνους από έθνος, θα εξαλείψει αναπόφευκτα κάθε δυνατότητα πολέμου γενικά»16.
Οι κομμουνιστές υποστηρίζουν τη διεξαγωγή επαναστατικών πολέμων, ταξικών πολέμων ενάντια στην αστική τάξη της κάθε χώρας, όπως ήταν η Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917, ο αγώνας του ΔΣΕ το 1946-1949 στην Ελλάδα, σοσιαλιστικές επαναστάσεις στον 20ό αιώνα.
Ο Λένιν συνδέει τη διαμόρφωση συνθηκών επαναστατικής κατάστασης με την εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αναφερόμενος στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί τον Ιούνη του 1915, σχεδόν ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου: «Η πολιτική κρίση είναι πραγματικότητα: καμιά κυβέρνηση δεν είναι σίγουρη για την επαύριο, καμιά κυβέρνηση δεν είναι απαλλαγμένη από τον κίνδυνο δημοσιονομικής χρεοκοπίας, από τον κίνδυνο απώλειας εδαφών, από τον κίνδυνο να την διώξουν από την δική της χώρα (όπως έδιωξαν την κυβέρνηση του Βελγίου). Ολες οι κυβερνήσεις ζουν πάνω σε ένα ηφαίστειο, όλες κάνουν οι ίδιες έκκληση στην αυτενέργεια και τον ηρωισμό των μαζών. Ολόκληρο το πολιτικό καθεστώς της Ευρώπης έχει κλονιστεί και κανένας ασφαλώς δε θ’ αρνηθεί ότι μπήκαμε […] σε εποχή μεγάλων πολιτικών κλονισμών»17.
Απαντώντας στις αιτιάσεις των οπορτουνιστών της Β΄ Διεθνούς ότι δεν επιβεβαιώθηκε η εκτίμηση του Συνεδρίου της Βασιλείας (1912) για διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης, αφού οι κυβερνήσεις εμφανίζονταν ισχυρές στις αρχές του πολέμου, ο Λένιν σημείωνε ότι ποτέ οι κυβερνήσεις, οι κυρίαρχες τάξεις των διάφορων κρατών δεν έχουν τόσο ανάγκη τη συναίνεση των εργαζόμενων μαζών (την «ειρηνική υποταγή τους») όσο τον καιρό του πολέμου. Επισήμαινε επίσης ότι αν στην αρχή του πολέμου «ιδιαίτερα σε μια χώρα που περιμένει γρήγορη νίκη, η κυβέρνηση φαίνεται παντοδύναμη, κανένας ποτέ και πουθενά στον κόσμο δεν σύνδεσε την αναμονή επαναστατικής κατάστασης αποκλειστικά με τη στιγμή της έναρξης του πολέμου και πολύ περισσότερο δεν ταύτισε το φαινομενικό με το πραγματικό»18.
Η έξοδος από τον πόλεμο ενδιαφέρει ολόκληρη την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, συνδέεται με την πάλη για την εργατική εξουσία. «Είναι απαραίτητο να αγωνιστούμε για να σταματήσει το γρηγορότερο ο πόλεμος. Μόνο όμως όταν καλούμε σε επαναστατικό αγώνα το αίτημα της ειρήνης αποκτά προλεταριακό νόημα. Χωρίς μια σειρά επαναστάσεις η λεγόμενη δημοκρατική ειρήνη είναι μικροαστική ουτοπία»19. Ο συνεπής αντιπολεμικός αγώνας δεν μπορεί παρά να συνδυαστεί με την πάλη για την εξουσία σε κάθε χώρα. Στο βαθμό που «καταλαβαίνουμε την αναπόφευκτη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στους πολέμους και την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό μιας χώρας[…] καταλαβαίνουμε ότι είναι αδύνατο να εξαλειφθούν οι πόλεμοι χωρίς την εξάλειψη των τάξεων και τη δημιουργία του σοσιαλισμού»20. Ο Λένιν σε άλλο άρθρο του επισημαίνει: «Μόνο αφού ανατρέψουμε, νικήσουμε οριστικά και απαλλοτριώσουμε την αστική τάξη σ’ όλο τον κόσμο κι όχι μονάχα σε μια χώρα, οι πόλεμοι θα γίνουν αδύνατοι. Κι από επιστημονική άποψη δεν θα είναι καθόλου σωστό και καθόλου επαναστατικό, αν παρακάμψουμε ή αποκρύψουμε ακριβώς το πιο σπουδαίο: την κατάπνιξη της αντίστασης της αστικής τάξης, που είναι το πιο δύσκολο και που απαιτεί μεγαλύτερο αγώνα στην περίοδο του περάσματος στο σοσιαλισμό»21 .
Είναι γεγονός ότι είναι σχετικά πιο εύκολα κατανοητός ο άδικος, ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του πολέμου από την εργατική τάξη της χώρας που επιτίθεται, αν και αυτό δεν εκφράστηκε στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ομως γίνεται πιο δύσκολα αντιληπτός για την εργατική τάξη της χώρας που δέχεται την επίθεση ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος αφορά και τις δύο πλευρές. Δεν γίνεται κατανοητό ότι και ο επιτιθέμενος και ο αμυνόμενος διεξάγουν άδικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αν π.χ. η Ελλάδα δεχτεί στρατιωτική επίθεση και εμπλακεί σε πόλεμο, η αστική τάξη της Ελλάδας θα ευθύνεται για την ιμπεριαλιστική επίθεση, γιατί αυτός ο πόλεμος θα αποτελέσει συνέχεια της πολιτικής συμμετοχής στο μοίρασμα των αγορών, των πηγών ενέργειας κλπ., της ενεργητικής συμμετοχής στις στρατιωτικές-πολιτικές συμμαχίες και επεμβάσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ που ακολουθούσε σε «ειρηνική περίοδο».
Συνεπώς το αν ένας πόλεμος είναι δίκαιος ή άδικος δε σχετίζεται με το αν είναι αμυντικός ή επιθετικός (με την κυριολεξία των όρων), αλλά με το ποιας πολιτικής συνέχεια αποτελεί: «Σαν να βρίσκεται η ουσία στο ποιος επιτέθηκε πρώτος, και όχι ποιες είναι οι αιτίες του πολέμου, οι σκοποί που ο πόλεμος βάζει μπροστά του και οι τάξεις που τον διεξάγουν»22.
Το όφελος της εργατικής τάξης στις συνθήκες ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στην ήττα και την ανατροπή της αστικής τάξης της χώρας της, σημείωνε ο Λένιν: «Σ’ έναν αντιδραστικό πόλεμο μια επαναστατική τάξη δεν μπορεί παρά να εύχεται την ήττα της κυβέρνησής της. Αυτό είναι αξίωμα. Και το αξίωμα αυτό αμφισβητούν μόνο οι συνειδητοί οπαδοί ή οι ανίκανοι υπηρέτες των σοσιαλσωβινιστών»23.
Το επαναστατικό εργατικό κίνημα δεν είναι αδιάφορο στο ενδεχόμενο ξένης εισβολής ή κατοχής, δεν είναι αμέτοχο στην αντίσταση. Αντίθετα πρωτοστατεί στην εργατική λαϊκή πάλη, οργανώνοντας τη δική του ένοπλη δράση, ώστε η έξοδος από τον πόλεμο να οδηγήσει στη νίκη της εργατικής εξουσίας.
Εργατική τάξη και αστική τάξη πολεμούν σε διαφορετικά μετερίζια. Για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ο πόλεμος και η κατοχή είναι προέκταση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, γέννημα της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Η εργατική τάξη παλεύει ενάντια στην εξαθλίωση, την καταπίεση και βία του κατακτητή, την ένταση της εκμετάλλευσης, ενάντια στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές συμφωνίες. Η δική της «πατρίδα» είναι μια πατρίδα απαλλαγμένη από τους κεφαλαιοκράτες, έξω από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, μια πατρίδα όπου εκείνη θα είναι ιδιοκτήτης του πλούτου που παράγει, που εκείνη θα βρίσκεται στην εξουσία.
Ο πόλεμος της αστικής τάξης για τη δική της «πατρίδα» -ανεξάρτητα από το αν συμμαχεί με την ξένη κατοχή ή αντιστέκεται σε αυτή- και πάλι θα γίνει για τα συμφέροντα των μονοπωλιακών ομίλων, για την αποκατάσταση μιας συμφωνίας στο μοίρασμα των αγορών που θα συμφέρει τα εθνικά μονοπώλια κι όχι για τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα.
Η εμπειρία από την πάλη ενάντια στη ναζιστική κατοχή την περίοδο 1941-1944 στην Ελλάδα αλλά και σε άλλα κράτη φανερώνει ότι ήταν αναπόφευκτη η ένοπλη σύγκρουση στο πλαίσιο της αντικατοχικής πάλης ανάμεσα στο ένοπλο τμήμα της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα φτωχά λαϊκά στρώματα του χωριού και των πόλεων (ΕΛΑΣ) και των ένοπλων τμημάτων της αστικής τάξης, είτε αυτά συνεργάζονταν με τους Ναζί («Τάγματα Ασφαλείας», «Χ» κ.ά.) είτε τους πολεμούσαν (π.χ. ΕΔΕΣ, «Βασιλικός Ελληνικός Στρατός Μέσης Ανατολής»).
Σε ενδεχόμενο εμπλοκής της Ελλάδας σε πόλεμο η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα θα πρέπει να «πάρουν στα χέρια τους» την κατάσταση, να κάνουν δική τους υπόθεση την έξοδο από τον πόλεμο, καλώντας και την εργατική τάξη της επιτιθέμενης χώρας να πράξει το ίδιο, στρέφοντας την προσοχή και τα όπλα τους ενάντια στον πραγματικό τους εχθρό, στις αστικές τάξεις των χωρών τους, προκειμένου να πάρει ο πόλεμος αυτός χαρακτηριστικά ταξικής αναμέτρησης για την απελευθέρωση και των δύο λαών από την εκμετάλλευση. Ετσι θα εκφραστεί ο προλεταριακός διεθνισμός, η ταυτόχρονη συνεννόηση με το επαναστατικό κίνημα σε άλλες χώρες.
Οι μπολσεβίκοι, σωστά προσανατολισμένοι υπό την καθοδήγηση του Λένιν, στις συνθήκες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της επαναστατικής κατάστασης που διαμορφώθηκε στη Ρωσία την περίοδο Φλεβάρη- Οκτώβρη του 1917 κατάφεραν να πραγματοποιήσουν ιστορικά την πρώτη έξοδο από τον πόλεμο με εργατική εξουσία. Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης επέδρασε στη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συντέλεσε στην εκδήλωση επαναστάσεων σε Ουγγαρία, Φινλανδία, Σλοβακία, Γερμανία, σε ένα ρεύμα επαναστατικής ανόδου στην Ευρώπη, χωρίς όμως να οδηγήσει σε άλλη βιώσιμη νίκη.
Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
Σήμερα η ένταση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που ολοένα δυναμώνει, καλλιεργεί το έδαφος για γενικευμένη ανάφλεξη, περιφερειακή ή ευρύτερη. Η ιστορική πείρα δείχνει -όποια κράτη κι αν τεθούν επικεφαλής στις ομάδες των αντιμαχόμενων- ότι οι αστικές τάξεις προσπαθούν να εξαπατήσουν και να πείσουν τις εργαζόμενες μάζες ότι ο πόλεμος αυτός διεξάγεται για την υπεράσπιση της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και του πολιτισμού. Η αστική κυβέρνηση σε κάθε χώρα ξεχωριστά συνεχίζει τη γραμμή του «εθνικού χρέους», όπως το κάνει και σε συνθήκες ειρήνης για να χειραγωγεί τα λαϊκά στρώματα και να περνάει την αντιλαϊκή της πολιτική. Επικαλείται τον «εθνικό» και «πατριωτικό» χαρακτήρα του πολέμου, κάνοντας εκκλήσεις στον εργαζόμενο λαό για τη σωτηρία της «πατρίδας», προκειμένου να τον χρησιμοποιήσει στην «κρεατομηχανή» της και ταυτόχρονα να του αποσπάσει την προσοχή από τον ταξικό πόλεμο που ουσιαστικά πρέπει ο ίδιος να διεξάγει για την απελευθέρωσή του από τα δεσμά της εκμετάλλευσης. Η αστική τάξη προσπαθεί με κάθε μέσο να διαιρέσει τους εργάτες, να σπείρει και να καλλιεργήσει το εθνικιστικό μίσος και το σωβινισμό για να στρέψει τον ένα λαό ενάντια στον άλλο.
Μια σειρά αντιδραστικές - εθνικιστικές δυνάμεις προσπαθούν να πείσουν ότι η συμμετοχή στην αλληλοσφαγή θα έχει ως έπαθλο την «ιστορική δικαίωση του έθνους», ότι η συμμετοχή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο θα έχει ως αποτέλεσμα την «κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας» και κυριαρχίας, την «οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία». Πρωτοστατούν στο τσάκισμα του εργατικού και λαϊκού κινήματος, στην ανακήρυξη της ταξικής πάλης ως εθνική προδοσία.
Οι συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου αποτελούν πρόσφορο έδαφος για να καλλιεργηθούν συνθήματα όπως «ενιαία πατριωτική οργάνωση», «εθνική συμφιλίωση» κλπ. Σε αυτό συμβάλλουν και οι δυνάμεις του οπορτουνισμού. Εχει αποδειχτεί ιστορικά ότι ο οπορτουνισμός πολιτεύεται με τη γραμμή «πρώτα η ειρήνη και μετά η ταξική πάλη», με αποτέλεσμα -όπως και στην ειρηνική περίοδο- να παραπέμπει την υπόθεση του σοσιαλισμού στο μακρινό μέλλον. Είναι επίκαιρη η ανάλυση του Λένιν, το Νοέμβρη του 1914, για την ιδεολογία και την πολιτική των δυνάμεων του οπορτουνισμού:
«Η υπεράσπιση της συνεργασίας των τάξεων, η άρνηση της ιδέας της σοσιαλιστικής επανάστασης και των επαναστατικών μεθόδων πάλης, η προσαρμογή στον αστικό εθνικισμό, το γεγονός ότι ξεχνούν πως τα όρια της εθνότητας ή της πατρίδας είναι ιστορικά - μεταβατικά, η μετατροπή της αστικής νομιμότητας σε φετίχ, η άρνηση της ταξικής άποψης και της ταξικής πάλης από φόβο μήπως απομακρυνθούν οι “πλατιές μάζες του πληθυσμού” (διάβαζε: της μικροαστικής τάξης) - αυτές είναι αναμφισβήτητα οι ιδεολογικές βάσεις του οπορτουνισμού. Πάνω σ’ αυτές αναπτύχθηκαν οι σημερινές σοβινιστικές, πατριωτικές θέσεις της πλειοψηφίας των αρχηγών της ΙΙ Διεθνούς.[…] Το ζήτημα της πατρίδας -θα απαντήσουμε εμείς στους οπορτουνιστές- δεν μπορεί να το βάζει κανείς, αγνοώντας το συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα του δοσμένου πολέμου. Ο πόλεμος αυτός είναι ιμπεριαλιστικός, δηλ. πόλεμος της εποχής του πιο ανεπτυγμένου καπιταλισμού, της εποχής του τέλους του καπιταλισμού. Η εργατική τάξη πρέπει στην αρχή “να συγκροτηθεί μέσα στα εθνικά πλαίσια“, λέει το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” που τονίζει παράλληλα τα όρια και τους όρους με τους οποίους αναγνωρίζουμε την εθνότητα και την πατρίδα σαν αναγκαίες μορφές του αστικού καθεστώτος, συνεπώς και της αστικής πατρίδας. Οι οπορτουνιστές διαστρεβλώνουν αυτή την αλήθεια, γιατί εκείνο που είναι σωστό για την εποχή της εμφάνισης του καπιταλισμού το μεταφέρουν στην εποχή του τέλους του καπιταλισμού»24.
Ο Λένιν σε άρθρο του, το Δεκέμβρη του 1916, επισημαίνει: «Η αστική τάξη και οι οπαδοί της στο εργατικό κίνημα, οι γκρυτλιανοί (σ.σ. Ελβετοί ρεφορμιστές), βάζουν συνήθως το ζήτημα έτσι: ή καταρχήν αναγνωρίζουμε το χρέος της υπεράσπισης της πατρίδας ή αφήνουμε τη χώρα μας ανυπεράσπιστη. Μια τέτοια θέση είναι ριζικά λαθεμένη. Στην πραγματικότητα το ζήτημα τίθεται έτσι: ή θα σκοτωνόμαστε για τα συμφέροντα της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης ή θα προετοιμάζουμε συστηματικά την πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων και τους εαυτούς μας, ώστε με μικρότερες θυσίες να πάρουμε τις τράπεζες, να απαλλοτριώσουμε την αστική τάξη, για να βάλουμε γενικά τέρμα και στην ακρίβεια και στους πολέμους»25.
Στις σημερινές συνθήκες τμήματα της αστικής τάξης και του οπορτουνισμού, με τα διάφορα κηρύγματα για ξενόδουλες κυβερνήσεις, τις θέσεις περί «νέας κατοχής», περί ανάγκης για «νέο ΕΑΜ» σήμερα σε συνθήκες «ειρήνης», αντιστρέφουν τη σχέση αιτίας - αποτελέσματος, μολύνουν την εργατική συνείδηση, την αποπροσανατολίζουν στην κατεύθυνση του αστικού «πατριωτισμού», των αστικών αντιθέσεων για τις συμμαχίες τους κλπ. Με τον τρόπο αυτό αποκρύπτουν ή υποβαθμίζουν την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, αυτονομούν τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και αντικειμενικά λειτουργούν από θέση υπεράσπισης του αστικού συστήματος, παρά την όποια «επαναστατική» και «μαρξιστική» τους ρητορική. Τέτοια πολιτική δεν δρα πυροσβεστικά στον κίνδυνο όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων με μορφή πολέμου, αλλά αφήνει απροετοίμαστη την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα σε τέτοιο ενδεχόμενο. Συνοδεύεται πάντοτε από ηττοπαθείς θέσεις, βλέποντας στατικά το συσχετισμό, που όπως έλεγε ο Λένιν: «Αριθμητική αδυναμία; Αλλά από πότε οι επαναστάτες εξαρτούν την πολιτική τους από το γεγονός ότι αποτελούν πλειοψηφία ή μειοψηφία;»26. Δίνει «αριστερό» άλλοθι στην κρατική καταστολή και τις διώξεις κομμουνιστών και επαναστατών εργατών με την κατηγορία της «εθνικής προδοσίας».
Η ιστορία έδειξε ότι σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου, δυνάμεις του οπορτουνισμού επιλέγουν τη γραμμή της ουδετερότητας, υιοθετούν αταξικά συνθήματα περί «αφοπλισμού», «ενότητας για την ειρήνη» ή το κενό περιεχομένου σύνθημα «ούτε νίκη ούτε ήττα». Αυτό το σύνθημα σχολίασε ο Λένιν, λέγοντας ότι «όποιος υποστηρίζει το σύνθημα αυτό, είναι συνειδητός ή ασυνείδητος σωβινιστής, είναι στην καλύτερη περίπτωση ένας διαλλακτικός μικροαστός, αλλά προπαντός είναι εχθρός της προλεταριακής πολιτικής, οπαδός των σημερινών κυβερνήσεων, των σημερινών κυρίαρχων τάξεων»27.
Πώς μπορεί άραγε να είναι επαναστατικός και ριζοσπαστικός ο αγώνας ενάντια στον πόλεμο, κατά το Λένιν όχι«κούφια και χωρίς περιεχόμενο αναφώνηση […] όταν με τον αγώνα αυτόν δεν εξυπακούεται επαναστατική δράση κατά της κυβέρνησης και στη διάρκεια του πολέμου; Φτάνει να το σκεφτείς λιγάκι για να το καταλάβεις. Επαναστατική δράση όμως ενάντια στην κυβέρνησή σου στη διάρκεια του πολέμου σημαίνει, αναμφισβήτητα, αναντίρρητα, όχι μόνο να εύχεσαι να ηττηθεί η κυβέρνησή σου, αλλά και να συμβάλλεις έμπρακτα σ’ αυτήν την ήττα»28.
Σε αυτή την περίπτωση οι επαναστατικές δυνάμεις πρέπει να λειτουργήσουν οργανωμένα και πειθαρχημένα. Πρέπει να εμποδίσουν ενέργειες που στην πράξη θα βοηθούσαν τον ξένο ή εγχώριο ταξικό αντίπαλο, που θα λειτουργούσαν προβοκατόρικα απέναντι στο εργατικό κίνημα, δημιουργώντας όρους ενοχοποίησης και αποξένωσής του από τη μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Ο Λένιν έλεγε χαρακτηριστικά «όχι σαμποτάζ του πολέμου, όχι μεμονωμένες, ατομικές εκδηλώσεις στο πνεύμα αυτό, αλλά μαζική προπαγάνδα (και όχι μόνο ανάμεσα στους πολίτες), που οδηγεί στη μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο»29.
Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλοί σοσιαλιστές στα λόγια -«σοσιαλσοβινιστές και σοσιαλπασιφιστές στην πράξη», όπως σημείωνε ο Λένιν- ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις που πρότειναν οι κυβερνήσεις στα κοινοβούλια των χωρών τους. Ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν τις ψήφισαν, η πολιτική τους δράση κάθε άλλο παρά επαναστατική ήταν, υπηρετώντας στην πράξη τη δική τους αστική τάξη. Ο Λένιν επεσήμαινε ότι η γενικόλογη αρχή και διακήρυξη της αρνητικής στάσης απέναντι στην έκκληση της αστικής τάξης για υπεράσπιση της πατρίδας, που δε συνοδεύεται από συγκεκριμένη επαναστατική δράση για τη σοσιαλιστική επανάσταση, «μετατρέπεται σε κούφια φράση». Κάνοντας σκληρή κριτική σε οπορτουνιστές σχολίαζε: «Στην καλύτερη περίπτωση είναι σύμφωνοι “θεωρητικά“ να παραδεχτούν ότι ο καπιταλισμός έχει πια ωριμάσει για τη μετατροπή του σε σοσιαλισμό, αλλά για άμεση, ριζική αλλαγή όλης της δράσης του κόμματος στο πνεύμα της άμεσα επικείμενης σοσιαλιστικής επανάστασης - δεν θέλουν ούτε να ακούσουν! Ο λαός τάχα δεν είναι προετοιμασμένος γι’ αυτό! Αυτό όμως είναι ανακόλουθο μέχρι γελοίου. Είτε - είτε. Είτε δεν υπάρχει κανένας λόγος να διακηρύσσουμε την άμεση άρνηση της υπεράσπισης της χώρας - είτε οφείλουμε αμέσως ν’ αναπτύξουμε ή να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε συστηματική προπαγάνδα για άμεση πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με μια ορισμένη έννοια “ο λαός”, βέβαια, “δεν είναι προετοιμασμένος” ούτε για την άρνηση της υπεράσπισης της χώρας, ούτε για τη σοσιαλιστική επανάσταση, απ’ αυτό όμως δεν έπεται ότι έχουμε το δικαίωμα να αναβάλλουμε δύο χρόνια τώρα -δύο χρόνια!- την έναρξη μιας τέτοιας επαναστατικής προετοιμασίας! Τι αντιπαρατίθεται στην πολιτική της υπεράσπισης της πατρίδας και της εμφύλιας ειρήνης; Ο επαναστατικός αγώνας ενάντια στον πόλεμο […].
Συγκεκριμένος σκοπός της “επαναστατικής μαζικής πάλης” μπορεί να είναι μόνο τα συγκεκριμένα μέτρα της σοσιαλιστικής επανάστασης και όχι ο “σοσιαλισμός” γενικά. […] θα ήταν όμως ασυνέπεια να παραδεχόμαστε την επαναστατική μαζική πάλη και την τάση για άμεσο τερματισμό του πολέμου - και ταυτόχρονα να αποκρούουμε την άμεση σοσιαλιστική επανάσταση! Η πρώτη χωρίς την δεύτερη δεν σημαίνει τίποτε, είναι μια κούφια λέξη»30.
Είναι πολύ χαρακτηριστική η κριτική του Λένιν στους οπορτουνιστές: «Οι “κοινωνικοί” παπάδες και οι οπορτουνιστές είναι πάντα έτοιμοι να ονειροπολήσουν ένα μελλοντικό ειρηνικό σοσιαλισμό, αλλά διαφέρουν από τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες, ακριβώς γιατί δεν θέλουν να σκέπτονται και να συλλογίζονται τη σκληρή ταξική πάλη και τους ταξικούς πολέμους για την πραγματοποίηση αυτού του θαυμάσιου μέλλοντος»31.
Πρόκειται για θέση διαχρονικής σημασίας, επίκαιρη σε οποιεσδήποτε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης και σε συνθήκες «ιμπεριαλιστικής ειρήνης», όπως σήμερα στην Ελλάδα, που όμως αντικειμενικά έρχεται πιο έντονα στην επιφάνεια η αναγκαιότητα γι’ αυτό το θαυμάσιο σοσιαλιστικό μέλλον.
Κείμενο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
15. Β. Ι. Λένιν: «Κάτω από ξένη σημαία», «Απαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 137.
16. Β. Ι. Λένιν: «Πόλεμος και επανάσταση», «Απαντα», τ. 32, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 78.
17. Β. Ι. Λένιν: «Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς», «Απαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 221.
18. Ο.π., σελ. 222.
19. Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος», «Απαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 348.
20. Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος», «Απαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 317.
21. Β. Ι. Λένιν: «Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης», «Απαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 133-134.
22. Β. Ι. Λένιν: «Ανοιχτό γράμμα προς τον Μπόρις Σουβάριν», «Απαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 265.
23. Β. Ι. Λένιν: «Για την ήττα της κυβέρνησης της χώρας σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», «Απαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 291.
24. Β. Ι. Λένιν: «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς», «Απαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 36-37.
25. Β. Ι. Λένιν: «Σχετικά με την τοποθέτηση του ζητήματος της υπεράσπισης της πατρίδας», «Απαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 223.
26. Β. Ι. Λένιν: «Ανοιχτό γράμμα προς τον Μπόρις Σουβάριν», «Απαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 267.
27. Β. Ι. Λένιν: «Για την ήττα της κυβέρνησης της χώρας σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», «Απαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 296.
28. Ο.π., σελ.291.
29. Β. Ι. Λένιν: «Προς τον Α. Γκ. Σλιάπνικοφ», «Απαντα», τ. 49, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 13.
30. Β. Ι. Λένιν: «Θεμελιακές θέσεις σχετικά με το ζήτημα του πολέμου», «Απαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 212 -215.
31. Β. Ι. Λένιν: «Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης», «Απαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 133 -134.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου