ΣΥΡΙΖΑ: "Ρεαλιστικό" ό,τι δεν πάει κόντρα στο κεφάλαιο

Π
Από τη μία δεσμεύσεις απέναντι στο κεφάλαιο 
κι από την άλλη ψίχουλα για την πιο ακραία φτώχεια 
που κι αυτά θα εξανεμίζονται στο έδαφος 
της συνολικής αντιλαϊκής πολιτικής...
αρά τις εντυπώσεις που επιχειρήθηκε να καλλιεργηθούν τόσο απ' τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο κι απ' όσους τον κατηγόρησαν για «άκρατη παροχολογία», σε μια στημένη αντιπαράθεση βολική για το αστικό πολιτικό σύστημα, το πρόγραμμα που παρουσίασε ο Αλ. Τσίπρας στη ΔΕΘ όχι μόνο δεν αποτελεί εναλλακτική λύση για το λαό, όχι μόνο δεν επιτρέπει σκέψη για ανάκτηση των απωλειών του, αλλά ούτε καν πρόσκαιρη ανακούφιση δεν του προσφέρει.
Ο ισχυρισμός Τσίπρα ότι «δεν είναι όσα θέλαμε, αλλά όσα μπορούμε» είναι ψεύτικος, αποσκοπεί στο να κατέβει ακόμα περισσότερο ο πήχης των απαιτήσεων των εργαζομένων στο όνομα του «ρεαλισμού», που εδώ και χρόνια αποτελεί πολιορκητικό κριό για τη συντριβή των δικαιωμάτων τους.
Στην πραγματικότητα επρόκειτο για εξαγγελίες προσαρμοσμένες πλήρως στα επιτρεπτά από τους στόχους του κεφαλαίου όρια. Οπως ομολογούν στελέχη του, «όλες οι προτάσεις γίνονται υπό τις συνθήκες ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Δεν επιστρέφουμε στα ελλείμματα (...) Αλλο αν εμείς διεκδικούμε να εξαιρεθούν οι δημόσιες επενδύσεις, όπως και οι Ιταλοί το θέλουν και πολλοί άλλοι» (Γ. Δραγασάκης).
Ο,τι «αντέχει η καπιταλιστική οικονομία» δηλαδή, ό,τι «σηκώνει» το αντιδραστικό πλαίσιο του κεφαλαίου και της ΕΕ, ό,τι δεν πάει κόντρα στην κερδοφορία του κεφαλαίου, στις ανάγκες του που διαχειρίζεται το αστικό κράτος μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Ταυτόχρονα, διαβεβαιώνει ότι τη δημοσιονομική χαλάρωση τη θέλει ακριβώς για να στηριχθεί η ανάκαμψη του κεφαλαίου με «δημόσιες επενδύσεις»...
Ο Αλ. Τσίπρας υποσχέθηκε στο κεφάλαιο άφθονο χρήμα για ενίσχυση των επενδύσεών του, επιδοτήσεις για την πρόσληψη εργατικού δυναμικού, μείωση του ενεργειακού κόστους, διευκολύνσεις σε ό,τι αφορά δάνεια και χρέη. Μίλησε ακόμα για «στοχευμένες ενέργειες με στόχο την κάλυψη ρευστότητας στην πραγματική οικονομία», όπως η ίδρυση «αναπτυξιακής τράπεζας και τραπεζών ειδικού σκοπού».
Καθησύχασε τους καπιταλιστές ότι τα περί ανάκτησης των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων είναι για εσωτερική κατανάλωση. «Τις ιδιωτικοποιήσεις θα τις επανεξετάσει η Βουλή και όποια δεν είναι εντάξει, θα πάρουμε τα απαραίτητα μέτρα», ήταν αυτολεξεί η ομολογία ότι οι ιδιωτικοποιήσεις δεν θα ακυρωθούν.
Ξεκαθάρισε για μια ακόμα φορά ότι το ζήτημα ΝΑΤΟ δεν αποτελεί «προτεραιότητα» για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή, η Ελλάδα με «κυβέρνηση της αριστεράς» θα συνεχίζει να παίρνει μέρος σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που προκύπτουν από συμβάσεις και υποχρεώσεις, θα συνεχίζει να πραγματοποιεί εξοπλισμούς με κριτήρια τους ΝΑΤΟικούς σχεδιασμούς, να διατηρεί βάσεις και στρατηγεία κ.λπ.
Προσαρμογές σύμφωνες με τις ανάγκες του κεφαλαίου
Στη Θεσσαλονίκη ο ΣΥΡΙΖΑ ενταφίασε την κάλπικη αντιμνημονιακή ρητορική, με την οποία ψηφοθηρούσε συμβάλλοντας στον αποπροσανατολισμό του λαού από τα αντιλαϊκά μνημόνια διαρκείας του κεφαλαίου και της ΕΕ.
Ιεραρχώντας ως υπ' αριθμόν 1 στόχο του ΣΥΡΙΖΑ την έξοδο της καπιταλιστικής οικονομίας απ' την κρίση, ο Αλ. Τσίπρας επικρότησε τη «στροφή» που διαφαίνεται υπέρ ενός πιο επεκτατικού μείγματος διαχείρισης στην ΕΕ. Κόμπασε περί δικαίωσης του ΣΥΡΙΖΑ, επικαλούμενος μάλιστα βαθιά αντιλαϊκές αποφάσεις της Ευρωζώνης, της ΕΚΤ, του ΔΝΤ κ.ά., που δεν αναιρούν ούτε κόμμα από την αντιλαϊκή στρατηγική τους.
Ο Αλ. Τσίπρας επανέφερε την πρόταση για αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους ως κυρίαρχη προϋπόθεση για την καπιταλιστική ανάπτυξη, αφού θα συμβάλει «στην ανάκαμψη και την παραγωγική ανασυγκρότηση», μέσα από την αύξηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων«κατά 4 τουλάχιστον δισεκατομμύρια», αλλά και «στηρίζοντας τη βιομηχανία, επιδοτώντας το ενεργειακό κόστος, επενδύοντας στη γνώση, στην έρευνα, στη νέα τεχνολογία».
Ο διακηρυγμένος στόχος, όπως διαμορφώθηκε έπειτα από χρόνια σταδιακών υπαναχωρήσεων, για «κούρεμα» του χρέους και αποπληρωμή του υπόλοιπου με «ρήτρα ανάπτυξης», αρχίζει κι αυτός να υποχωρεί. Διευθέτηση να 'ναι κι ό,τι να 'ναι, δηλώνουν τώρα σε αδρές γραμμές κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, συνδέοντάς τη με ένα άλλο μείγμα διαχείρισης, που θα επιτρέπει οι πόροι που θα εξοικονομούνται, να κατευθύνονται στους καπιταλιστές. Σε κάθε περίπτωση χαμένος βγαίνει ο λαός: Και τα χρέη της πλουτοκρατίας θα αποπληρώνει και νέα αντιλαϊκά μέτρα θα του επιβάλλονται για την ανάκαμψη των κερδών.
Μετά τον Γ. Σταθάκη, που είχε υποστηρίξει την επιλογή της επιμήκυνσης, προχτές και ο Ν. Παππάς, διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αλ. Τσίπρα, σε συνέντευξή του ανέφερε ότι «σε κάθε περίπτωση (...) μετά από 4 χρόνια μνημονίου (...) το ζήτημα δεν είναι εάν και πώς θα "κουρευτεί" ένα χρέος... Θα πρέπει δηλαδή ούτως ή άλλως (...) μία λύση να βρεθεί».
Ερωτηθείς για το αν ο ΣΥΡΙΖΑ δέχεται ως εναλλακτική και τη λύση της επιμήκυνσης, απάντησε:«Μία λύση επιμήκυνσης και μείωσης του επιτοκίου, ακόμα και αν ελαφρύνει την υποχρέωση την ετήσια για την εξυπηρέτηση του χρέους, δεν θα είναι λύση μακροπρόθεσμη και μόνιμη. Μία λύση στα πρότυπα του συνεδρίου του Λονδίνου το 1953 είναι αυτό που ενδείκνυται (...) Από κει και πέρα η ελάφρυνση των ετήσιων υποχρεώσεων μπορεί να δώσει χώρο για άσκηση πολιτικής».
Και πρόσθεσε: «Αλλά θα ήθελα πραγματικά και με δεδομένο σε ποια οικονομική καμπή βρισκόμαστε να αναβαθμίσουμε και να εμβαθύνουμε τον πολιτικό μας διάλογο εμείς και η ΝΔ και να πούμε ξεκάθαρα ότι το δίλημμα δεν είναι η λογιστική αποτύπωση του χρέους και το αν και κατά πόσο θα "κουρευτεί". Θα "κουρευτεί" το χρέος, αυτό νομίζω ότι πρέπει να το θεωρούμε ληγμένο. 'Η θα βρεθεί μία λύση η οποία θα το θάβει, να το πηγαίνει σε πολύ μεγάλο μήκος χρόνου. Το δίλημμα είναι αν θα πάμε με το ευαγγέλιο του μνημονίου ή θα πάμε με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης που ανακοίνωσε ο Αλέξης Τσίπρας».
Το ίδιο πάνω - κάτω δίλημμα είχε υπερασπιστεί στη Θεσσαλονίκη ο Αλ. Τσίπρας, σημειώνοντας: «Το ζητούμενο είναι πώς θα γίνει, με ποιους όρους και υπό ποιες προϋποθέσεις (...) Είναι κρίσιμο το πώς θα πάει η Ελλάδα να διεκδικήσει λύση (...) Ως ουραγός της γερμανικής στρατηγικής, ή ως αιχμή του δόρατος για τις αναγκαίες αλλαγές στην Ευρώπη; (...) Η κυβέρνηση Σαμαρά (...) είναι ακατάλληλη να διαπραγματευτεί».
Στο πλαίσιο αυτό ζήτησε εκλογές και «ισχυρή εντολή αυτοδυναμίας», με τα κατάλληλα κάλπικα διλήμματα: «Διαπραγμάτευση ή μη διαπραγμάτευση. Ανάπτυξη ή λιτότητα. ΣΥΡΙΖΑ ή Νέα Δημοκρατία»...
Γνωρίζοντας ότι, για να εφαρμόσει πολιτική στήριξης της καπιταλιστικής ανάπτυξης χρειάζεται ενισχυμένα μέτρα χειραγώγησης του λαού, επικαλέστηκε ως και το ...φιλότιμο του Ελληνα!«Επιδιώκουμε μια εθνική και κοινωνική συμφωνία (...) για την ανασυγκρότηση της πατρίδας μας (...) Είμαστε βαθιά πεπεισμένοι πως η μοναδική λύση για να βγει η χώρα από το τέλμα της ύφεσης είναι η κινητοποίηση της κάθε Ελληνίδας και του κάθε Ελληνα (...) Με τον πατριωτισμό, το φιλότιμο, τις ικανότητες του κάθε Ελληνα πολίτη, που θα μπει μπροστά...», υποστήριξε.
Η προσπάθειά του πιάνει τόπο...
Αναμενόμενα, η ανταπόκριση των... άμεσα ενδιαφερομένων ήταν άμεση και θετική. Σε εκπομπή του δικτύου «Bloomberg», εκπρόσωποι επιχειρηματικών ομίλων ρωτήθηκαν: «Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανίζεται πρώτος στις δημοσκοπήσεις, και το ενδεχόμενο να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας θα επηρεάσουν το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα;».
Αξίζει να δούμε τις απαντήσεις τους:
Ο Ο. Αθανασίου, διευθύνων σύμβουλος της «Lamda Development», του ομίλου Λάτση, απαντά: «Οποιαδήποτε κυβέρνηση κι αν έχουμε στην Ελλάδα, μετά από τόσα χρόνια κρίσης, θα δράσει υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Ναι, ο ΣΥΡΙΖΑ μερικές φορές στέλνει μηνύματα που μεταφράζονται με συγκεκριμένο τρόπο, αλλά νομίζω ότι αν έρθουν στην εξουσία τελικά θα δράσουν προς όφελος της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα πιστεύω ότι θα έχουμε αρχικά κάποιες καθυστερήσεις, αλλά στο τέλος θα επανέλθει ο ρυθμός σε θετική κατεύθυνση».
Ο Κ. Αντωνόπουλος, επικεφαλής της «Intralot», αναφέρει ότι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες «ο ελληνικός λαός θα επιλέξει στις εκλογές», ενώ «από την επιχειρηματική σκοπιά οι εταιρείες θα συνεχίσουν να λειτουργούν με οποιαδήποτε κυβέρνηση». Οσον αφορά στο ενδεχόμενο αστάθειας σχολιάζει: «Κάθε αλλαγή προκαλεί αστάθεια, αλλά η αστάθεια στην Ελλάδα έρχεται από την Ευρώπη, δεν είναι τοπική, αν η Ευρώπη πάει καλά, τότε η Ελλάδα θα πάει καλύτερα».
Ο Κ. Μποτόπουλος, πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σημειώνει: «Το ερώτημα είναι αν οι πολιτικές εξελίξεις θα σταματήσουν τη διαδικασία ανάκαμψης. Η απάντησή μου είναι όχι, γιατί κάθε κόμμα που θα γίνει κυβέρνηση δεν θα θέλει να την ανακόψει». Σε ό,τι αφορά τη διεκδίκηση διαγραφής του χρέους προσθέτει ότι η Κουμουνδούρου «μπορεί να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί κάτι τέτοιο, αλλά και πάλι αυτό είναι μέρος της κανονικής δημοκρατικής διαδικασίας».
Τέλος, ο Σ. Λαζαρίδης, διευθύνων σύμβουλος της «Ελληνικά Χρηματιστήρια», επισημαίνει ότι «για τους ιδιώτες επενδυτές το πιο σημαντικό ζήτημα είναι οι δυνατότητες των ιδιωτικών εταιρειών και σε ποιες θα επενδύσουν και όχι στο μακροοικονομικό περιβάλλον, που τα προβλήματα έχουν λυθεί σήμερα».
Σύμφωνα εξάλλου με την «Εφημερίδα των Συντακτών» πυκνώνουν οι επαφές με στελέχη διεθνών και ευρωπαϊκών μηχανισμών του συστήματος. Το τελευταίο διάστημα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ συναντήθηκαν με γαλλικά funds και με τον επικεφαλής των οικονομολόγων της Παγκόσμιας Τράπεζας. Πρόκειται για συναντήσεις που κρατήθηκαν μακριά απ' τα φώτα της δημοσιότητας, όπως κι αυτή με τον Γ. Ασμουσεν, υφυπουργό Εργασίας της γερμανικής κυβέρνησης. Στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ σπεύδουν να εκτιμήσουν ότι έχει αλλάξει το κλίμα σχετικά με την αποδοχή των θέσεών τους,«διαφορετικά δεν είχαν κανένα λόγο να ακούν με προσοχή τις προτάσεις μας»..

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις